ΤΑ ΜΟΥΣΕΙΑ ΤΟΥ ΕΚΠΑ

ΤΑ ΜΟΥΣΕΙΑ ΤΟΥ ΕΚΠΑ

Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #99
Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #62
Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #50
Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #49
Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #48
Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #47
Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #46
Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #45
Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #44
Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #43
Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #42
Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #41
Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #40
Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #39

Τα μουσεία του ΕΚΠΑ #99

15/1/2007
Του Καθηγητή και τ. Αντιπρύτανη κ. Μιχαήλ Δ. Δερμιτζάκη
Διευθυντή του Μουσείου Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
Μορφή εύκολης εκτύπωσης

Τα μουσεία του ΕΚΠΑ



Το Μουσείο της Παιδείας

Του Καθηγητή και τ. Αντιπρύτανη κ. Μιχαήλ Δ. Δερμιτζάκη
Διευθυντή του Μουσείου Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο Καθηγητής και τ. Αντιπρύτανης κ.Μιχαήλ Δ. Δερμιτζάκης
Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών βρίσκονται δυο απολιθωμένα οστά ενός γιγαντιαίου δεινόσαυρου που έζησε στη Βόρεια Αμερική πριν από 150 εκατομμύρια χρόνια. Ανήκουν σε έναν Απατόσαυρο που βρέθηκε πριν από ένα περίπου αιώνα στο Como Bluff του Ουαϊόμινγκ των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα οστά συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της πρώτης μεγάλης ανασκαφής του Αμερικανικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας και εστάλησαν στο Μουσείο Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1924. Η ιστορία των ανασκαφών στο Ουαϊόμινγκ, η απόκτηση των οστών από το Μουσείο Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας και η μετέπειτα ιστορία τους, μας προτρέπει να συγκρίνουμε την ιστορία των δύο Μουσείων, που, αν και ιδρύθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα, είχαν μια πολύ διαφορετική εξέλιξη.

Το Αμερικανικό Μουσείο και η ανασκαφή στη λίμνη Como

Το Αμερικανικό Μουσείο είναι σήμερα το μεγαλύτερο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του κόσμου. Όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Ενάμισι αιώνα πριν, το Μουσείο άρχισε σε ένα μικρό κτήριο της Νέας Υόρκης, όπου τα μόνα εκθέματα απολιθωμένων σπονδυλωτών ήταν ο σκελετός ενός ελαφιού και ο σκελετός ενός γιγαντιαίου πουλιού από τη Νέα Ζηλανδία. Το 1891 διορίστηκε διευθυντής του τμήματος της Παλαιοντολογίας των Σπονδυλωτών ο Henry Fairfield Osborn. Επρόκειτο για μια χαρισματική προσωπικότητα που σύντομα ανέλαβε τη διεύθυνση όλου του Μουσείου, το οποίο, κυρίως χάρη στις προσπάθειες του, εξελίχθηκε σε ένα γιγαντιαίο ινστιτούτο παγκόσμιας φήμης.

Όμως η αρχή ήταν δύσκολη και ο Osborn κατάλαβε ότι αυτό που κυρίως έλειπε από το μουσείο ήταν η προσοχή του νεοϋορκέζικου κοινού. Για το λόγο αυτό αποφάσισε πως η πρώτη μεγάλη ανασκαφή του μουσείου έπρεπε να πραγματοποιηθεί στα στρώματα MorissonTOU Ουάίόμινγκ. Στην περιοχή αυτή είχαν βρεθεί, από παλαιότερους ερευνητές, απολιθώματα μεγάλων δεινοσαύρων και ο Osborn σκέφτηκε πως η απόκτηση και η έκθεση τέτοιων γιγαντιαίων οστών θα προξενούσε μεγάλη εντύπωση στο κοινό της Νέας Υόρκης.

Οι ανασκαφές ξεκίνησαν το 1897 σε μια παλιά θέση κοντά στη λίμνη Como και εκτός του Osborn συμμετείχαν και αρκετοί ερευνητές και τεχνικοί, πολλοί από τους οποίους εξελίχθηκαν αργότερα σε σημαντικές προσωπικότητες της αμερικανικής επιστήμης. Τα απολιθώματα του Απατόσαυρου από τη λίμνη Como
στο Μουσείο Γεωλογίας και Παλαιοντολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και η ανατομική τους θέση σε ένα σκελετό Απατόσαυρου.Οι πρώτες μέρες των ανασκαφών ήταν αρκετά δύσκολες και κατά κάποιον τρόπο απογοητευτικές. Οι παλαιότεροι ερευνητές είχαν απομακρύνει σχεδόν όλα τα απολιθώματα από την επιφάνεια, αφήνοντας μόνο θραύσματα με αποτέλεσμα οι μέρες να περνούν χωρίς επιτυχία. Για το λόγο αυτό, η ομάδα του Αμερικανικού Μουσείου αποφάσισε να σκάψει κάτω από ένα λόφο όπου υπολόγισαν ότι συνέχιζε το απολιθωματοφόρο στρώμα. Έτσι ξεκίνησε μια δύσκολη εργασία απομάκρυνσης τόνων πετρωμάτων, η οποία ολοκληρώθηκε μετά από εβδομάδες σκληρής δουλειάς. Όταν το απολιθωματοφόρο στρώμα αποκαλύφθηκε, επιβεβαιώθηκαν οι προβλέψεις τους, καθώς πράγματι η περιοχή ήταν γεμάτη από απολιθώματα γιγαντιαίων ιουρασικών δεινοσαύρων. Ο Osborn και η ομάδα του δεν σταμάτησαν εκεί. Εξερεύνησαν και τις γύρω περιοχές, που ανακάλυψαν και άλλες θέσεις με απολιθώματα. Οι θέσεις αυτές ήταν τόσο πλούσιες, ώστε το Αμερικανικό Μουσείο επανήλθε στην περιοχή για ακόμη εννέα καλοκαίρια, συλλέγοντας πάνω από 170 κιβώτια με απολιθώματα συνολικού βάρους άνω των 60 τόνων.

Όπως υπολόγισε ο Osbom, η θέα των μεγάλων οστών προκάλεσε πολύ μεγάλη εντύπωση στο κοινό της Νέας Υόρκης, αυξάνοντας τον αριθμό των επισκεπτών του μουσείου. Επίσης μεγάλο ενδιαφέρον έδειξαν και πολλοί επιφανείς πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίοι έδωσαν σημαντικές χρηματικές δωρεές στο Μουσείο, βοηθώντας έτσι ουσιαστικά την ανάπτυξη του. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Osborn συγκέντρωσε γύρω του μια ομάδα επιστημόνων, καλλιτεχνών και τεχνικών οι οποίοι συνέλεγαν, μελετούσαν και αναπαριστούσαν το φυσικό κόσμο της Βορείου Αμερικής. Σε λίγα μόνο χρόνια το μουσείο γιγαντώθηκε τόσο, που ξεκίνησε έρευνες υπαίθρου και σε άλλα μέρη του κόσμου, συλλέγοντας ένα τεράστιο αριθμό φυσιογραφικού και ανθρωπολογικού υλικού.

Το Φυσιογραφικό Μουσείο, η διάλυσή του και το Μουσείο Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Το γύρισμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα ήταν μια πολύ σημαντική περίοδος για το Αμερικανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, καθώς ήταν τότε που το ίδρυμα ξεκίνησε την ανοδική του πορεία. Η ίδια περίοδος ήταν εξίσου κρίσιμη και για το αντίστοιχο μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Όμως με τη διαφορά ότι, ενώ το Αμερικανικό Μουσείο μεγάλωνε, το Φυσιογραφικό Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών διαλυόταν.

Η ιστορία του Φυσιογραφικού Μουσείου αρχίζει με τη δωρεά των συλλογών της Φυσιογραφικής Εταιρείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο κανονισμός του Μουσείου συντάχθηκε το 1858, από τον πρόεδρο της Φυσιογραφικής Εταιρείας, Ηρακλή Μητσόπουλο. Στα χρόνια που ακολούθησαν και παρά τις οικονομικές δυσκολίες, οι συλλογές του Μουσείου εμπλουτίσθηκαν σημαντικά κυρίως με δωρεές, αγορές καθώς και υλικό που συνέλεξαν Έλληνες και ξένοι ερευνητές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η παραδοχή από την πανεπιστημιακή κοινότητα της σημασίας των συλλογών, οδήγησε σε μια σειρά προτάσεων από τις εκάστοτε πρυτανικές αρχές με στόχο τη κατάρτιση ενός ολοκληρωμένου οικοδομικού προγράμματος. Δυστυχώς κανένα από αυτά τα σχέδια δεν πραγματοποιήθηκε.

Αντίθετα, στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του Φυσιογραφικού Μουσείου πραγματοποιήθηκε η διάσπασή του σε διάφορα επιμέρους Μουσεία. Έτσι, από το 1858 έως το 1912 το Φυσιογραφικό Μουσείο σταδιακά διασπάσθηκε σε πέντε μικρότερα επιμέρους Μουσεία. Τα αίτια της διάσπασης ήταν δύο. Το πρώτο ήταν η έλλειψη επαρκούς κτηριακής υποδομής, η οποία οδήγησε σε αποσπασματικές λύσεις, με τη μεταφορά των διαφόρων συλλογών σε διάφορα οικήματα του Πανεπιστημίου και αναπόφευκτα στη διάσπαση τους. Το δεύτερο είχε να κάνει με τις προσωπικές φιλοδοξίες και αντιπαλότητες των τότε Καθηγητών, οι οποίες τελικά οδήγησαν στη διάσπαση του Μουσείου.

Το Μουσείο Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας ιδρύθηκε το 1906 με πρώτο διευθυντή τον Θεόδωρο Σκούφο. Το Μουσείο στεγάσθηκε στο 1ο πάτωμα ενός κτηρίου του Πανεπιστημίου που βρισκόταν επί των οδών Ακαδημίας και Σίνα.

Επρόκειτο για μια επιμήκη αίθουσα η οποία μόλις που επαρκούσε για την έκθεση μιας μικρής γενικής παλαιοντολογικής και γεωλογικής συλλογής. Πέρα από το υλικό που βρισκόταν στο κτήριο της οδού Ακαδημίας, μεγάλο μέρος των παλαιοντολογικών συλλογών βρισκόταν εντός δύο αιθουσών στα υπόγεια της Νομικής Σχολής. Το 1981 το μουσείο μεταφέρθηκε στα νέα κτήρια της Πανεπιστημιόπολης, όπου εξακολουθεί να βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Λόγω της απουσίας Εθνικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας από τη χώρα μας, το Μουσείο Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας καθώς και τα υπόλοιπα φυσιογραφικά μουσεία του Πανεπιστημίου Αθηνών έχουν αναλάβει να πληρώσουν το κενό. Στο Μουσείο Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας φυλάσσονται δείγματα που συλλέχθηκαν από Έλληνες και ξένους ερευνητές κατά τη διάρκεια ανασκαφών και ερευνών υπαίθρου που διεξήχθησαν στην Ελλάδα τα τελευταία 145 χρόνια. Το εύρος των συλλογών είναι τέτοιο, που δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι εκεί βρίσκεται κατατεθειμένο το υλικό πάνω στο οποίο διαμορφώθηκε η γνώση μας για τη γεωλογική ιστορία της Ελλάδος. Τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικά βήματα για τον εκσυγχρονισμό του Μουσείου, προκειμένου αυτό να ανταποκρίνεται στις σημερινές απαιτήσεις. Παρ' όλα αυτά, η ελλιπής χρηματοδότηση και κυρίως η μικρή εξέλιξη που είχε το μουσείο κατά τα αρχικά στάδια της ανάπτυξης του αποτελούν σημαντικό ανασταλτικό παράγοντα.

Τα οστά του δεινόσαυρου στην Ελλάδα

Το 1924 το Μουσείο Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας παρέλαβε δύο οστά δεινόσαυρου, που είχαν συλλεχθεί στις ανασκαφές στο Bone Cabin κοντά στη λίμνη Como. Συγκεκριμένα παρέλαβε τον μηρό (AM Ν Η 210) και το βραχιόνιο (ΑΜΝΗ 6115) από έναν Απατόσαυρο που είχαν συλλεχθεί το 1897 και 1905 αντίστοιχα. Τα οστά αυτά εστάλησαν από το Αμερικανικό Μουσείο ως αντίδωρο για τις ανασκαφές που πραγματοποιούσε τότε η ομάδα του Barnum Brawn στη Σάμο. Εκτός των οστών του δεινόσαυρου, το Μουσείο παρέλαβε και ορισμένα οστά πρωτογόνων ιπποειδών, καμήλων καθώς και μερικά εκμαγεία.

Η δωρεά αυτή αποσκοπούσε στην ενίσχυση του Πανεπιστημίου καθώς τα απολιθώματα του δεινόσαυρου θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με ανάλογο τρόπο που χρησιμοποιήθηκαν στη Νέα Υόρκη. Βέβαια σε καμία περίπτωση τα δυο οστά του Απατόσαυρου δεν μπορούσαν να συγκριθούν με το τεράστιο υλικό που είχε στη διάθεση του το Αμερικανικό Μουσείο. Ήταν όμως μια βοήθεια, την οποία το Μουσείο Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί. Δυστυχώς όχι μόνο δεν έγινε κάτι τέτοιο, αλλά τα δείγματα ουσιαστικά ξεχάστηκαν.

Πριν από μερικά χρόνια, στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης των συλλογών του Μουσείου, τα οστά του δεινόσαυρου ξαναβρέθηκαν. Όμως αυτή τη φορά η αξία τους αναγνωρίσθηκε και τα απολιθώματα μεταφέρθηκαν στον εκθεσιακό χώρο του Μουσείου, όπου τοποθετήθηκαν δίπλα σε άλλα εκθέματα από την εποχή των δεινοσαύρων.

Πρόσφατα το Μουσείο Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας προχώρησε στον επανασχεδιασμό του εκθεσιακού του χώρου, προκειμένου αυτός να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες μουσειακές πρακτικές. Έτσι σχεδιάστηκε μια νέα κύρια έκθεση και οι περιφερειακοί προς αυτήν χώροι. Η κύρια έκθεση θα έχει τίτλο «Η Ελλάδα πριν από τους Έλληνες» και θα παρουσιάζει το κλίμα και τα ζώα της Ελλάδας κατά το παρελθόν.

Στην είσοδο του εκθεσιακού χώρου θα βρίσκονται τα απολιθώματα από το Ουαϊόμινγκ δίπλα στο σκελετό ενός Μοσάσαυρου, ενός άλλου ερπετού από την εποχή των δεινοσαύρων, που πρόσφατα απέκτησε το Πανεπιστήμιο. Στόχος του Μουσείου Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας είναι η αγορά ενός εκμαγείου σκελετού Απατόσαυρου, προκειμένου οι επισκέπτες να αντιλαμβάνονται καλύτερα το μέγεθος του (ο συγκεκριμένος δεινόσαυρος είχε μήκος 22 μέτρα). Μια τέτοια αγορά θα μεγιστοποιήσει την αξία των οστών, καθώς η έκθεση των αυθεντικών απολιθωμάτων δίπλα σε έναν πλήρη σκελετό αποτελεί την καλύτερη δυνατή λύση για την ανάδειξή τους.

Αρχή της σελίδας