Α.Φ. 150 [15/07/09]

Α.Φ. 150 [15/07/09]

Tμήμα Πολιτικής Eπιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης
Προτάσεις ενόψει του νέου ακαδημαϊκού έτους
Tο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης
Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Ο Γ. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ και ο κ. Π. ΠΑΤΣΗΣ

Περιβάλλον #150 - E.E.: H απώλεια βιοποικιλότητας δεν θα σταματήσει σύντομα
Φοιτητικά Νέα #150
Ειδήσεις - Επικαιρότητα #150
Ρεπορτάζ #150
Ο Τύπος έγραψε... #150
Διεθνείς Σχέσεις - Συνεργαζόμενα Πανεπιστήμια #150 - Το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ταϊβάν
Διεθνή #150
Πανεπιστημιακά Νέα - Από τη ζωή του Πανεπιστημίου μας #150
Από την ιστορία του ΕΚΠΑ #150
Συνέδρια - Συμπόσια - Εκδηλώσεις #150

Από την ιστορία του ΕΚΠΑ #150

15/7/2009
Επιμέλεια: Γεράσιμος Ζώρας
Μορφή εύκολης εκτύπωσης

Χίοι λόγιοι στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κατά την πρώτη εκατονταετία του

Ήδη από την ίδρυσή του, το Πανεπιστήμιο Αθηνών ευτύχησε να συγκαταλέγει μεταξύ των καθηγητών του διαπρεπείς Χίους επιστήμονες, οι οποίοι το λάμπρυναν με τη διδασκαλία τους. Θα αναφερθούμε, ενδεικτικά, σε ορισμένους από αυτούς, με χρονολογική σειρά και κατά ειδικότητα. Θα ξεκινήσουμε με τη Φιλοσοφική Σχολή και με τον κορυφαίο κληρικό και διδάσκαλο του Γένους Νεόφυτο Βάμβα, που γεννήθηκε στη Χίο, το 1770. Το 1804, αφού κατόρθωσε να εξοικονομήσει 2000 γρόσια, πήγε στο Παρίσι για ανώτερες σπουδές και εκεί γνωρίσθηκε με τον Κοραή, ο οποίος και τον βοήθησε στα πρώτα εκδοτικά και επιστημονικά του βήματα. Κατά την εξαετία 1815-1821, διηύθυνε τη Σχολή της Χίου, ενώ το 1828 διορίστηκε καθηγητής της Ιονίου Ακαδημίας στην Κέρκυρα, όπου και δίδαξε μέχρι το 1833. Στις 14 Απριλίου 1837, διορίσθηκε μεταξύ των πρώτων καθηγητών τού Πανεπιστημίου Αθηνών, καταλαμβάνοντας την έδρα της Φιλοσοφίας και Ρητορικής μέχρι τις 24 Αυγούστου 1854, οπότε παραιτήθηκε. Κατά τη μακρόχρονη και γόνιμη διδασκαλία του, παρουσίασε στους φοιτητές του και ανέλυσε έργα του Αριστοτέλη, του Δημοσθένη και του Θουκυδίδη. Επίσης αξίζει να αναφερθεί ότι διετέλεσε έκτος κατά σειρά Πρύτανης του Πανεπιστημίου, κατά το ακαδημαϊκό έτος 1844-1845, αφού προηγουμένως είχε χρηματίσει, το 1837, πρώτος Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής.

Στην ίδια Σχολή, μετά πολλά χρόνια, υπηρέτησε και ο Κωνσταντίνος Άμαντος, γεννημένος, το 1874, στη Χίο, όπου και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, ενώ στη συνέχεια φοίτησε στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Βερολίνου και Μονάχου. Ακολούθως πρωτοδιορίσθηκε στο Γυμνάσιο της γενέτειράς του, όπου δίδαξε από το 1904 μέχρι το 1911. Κατά την επόμενη τριετία, δίδαξε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας και στην Αμπέτειο Σχολή της Αλεξάνδρειας. Από το 1914 κ.ε., εργάσθηκε ως συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού, διατελέσας και διευθυντής του, και γρήγορα διακρίθηκε στον χώρο των ιστορικών σπουδών και της λεξικογραφίας, ώστε το 1925 κατέλαβε την έδρα της Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου δίδαξε μέχρι το 1939. Επίσης πρέπει να τονισθεί ότι διορίσθηκε μεταξύ των πρώτων μελών της Ακαδημίας Αθηνών, το 1926. Δημοσίευσε πλήθος άρθρων και μελετημάτων, ορισμένα από τα οποία αναφέρονται σε θέματα της Βυζαντινής Ιστορίας, ενώ άλλα πραγματεύονται ζητήματα της ιδιαίτερης πατρίδας του, όπως Η άλωσις της Χίου υπό των Τούρκων, 1914, και Τα γράμματα εις την Χίον κατά την Τουρκοκρατίαν, 1946. Εξάλλου, ήδη το 1910, ίδρυσε το περιοδικό Χιακά Χρονικά. Στις 15 Oκτωβρίου 2004 τοποθετήθηκε στον κεντρικό δρόμο του οικισμού Ζυφιά της Χίου, από όπου καταγόταν ο Κωνσταντίνος Άμαντος, προτομή του, έργο της Χιώτισσας γλύπτριας Μαίρης Παπακωνσταντίνου. Από Χίους γονείς γεννήθηκε, το 1901, στη Σμύρνη ο Ιωάννης Συκουτρής. Στη Φιλοσοφική Σχολή ολοκλήρωσε με Άριστα τις σπουδές του, το 1922, αναγορεύθηκε διδάκτορας, το 1925, και Υφηγητής, το 1930. Παράλληλα με τη διδακτική του δράση, οργάνωσε τη σειρά Ελληνική Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Αθηνών, όπου με υποδειγματικό τρόπο εξέδωσε το Συμπόσιο του Πλάτωνα, το 1934, και προετοίμασε την έκδοση της Ποιητικής τού Αριστοτέλη. Δεν πρόλαβε ωστόσο να την δει δημοσιευμένη, γιατί αυτοκτόνησε στις 21 Σεπτεμβρίου 1937.

Στη Νομική Σχολή δίδαξαν, κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, δύο Χίοι νομομαθείς. O πρώτος, ο Στέφανος Γαλάτης, γεννήθηκε το 1808, αλλά μετά την καταστροφή της Χίου εγκαταστάθηκε αρχικά στη Μάλτα, ενώ κατόπιν μετέβη στην Αμερική και τη Γαλλία για σπουδές. Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών δίδαξε Εμπορικό Δίκαιο για ένα μόνον ακαδημαϊκό έτος (1843-1844), γιατί στη συνέχεια διορίσθηκε Αρεοπαγίτης. Τέσσερα χρόνια νεώτερός του ο Εμμανουήλ Κόκκινος, αναγκάσθηκε και αυτός να φύγει από τη γενέτειρά του, ύστερα από τη σφαγή των συμπατριωτών του, μεταξύ των οποίων ο πατέρας του και ο πρεσβύτερος αδελφός του. Αρχικά διδάχθηκε τα εγκύκλια γράμματα στην Τεργέστη, ενώ τις νομικές του σπουδές τις ολοκλήρωσε στα Πανεπιστήμια της Γοτίγγης και της Χαϊδελβέργης. Υπηρέτησε για σαράντα ολόκληρα χρόνια το Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το 1839 έως τον θάνατό του, το 1879. Δίδαξε αρχικά Ρωμαϊκό Δίκαιο ως Υφηγητής, και στη συνέχεια ως Καθηγητής Ποινικό Δίκαιο και Διοικητικό Δίκαιο. Στο διάστημα αυτό, η Νομική Σχολή τον εξέλεξε δύο φορές Κοσμήτορά της, ενώ –κατά το ακαδημαϊκό έτος 1875-1876– διετέλεσε Πρύτανης του Πανεπιστημίου, στο οποίο κληροδότησε την πλούσια βιβλιοθήκη του. Αξίζει να θυμίσουμε δύο γεγονότα από τη ζωή του, τα οποία σχετίζονται με τη γενέτειρά του, ότι δηλαδή το 1863 αντιπροσώπευσε τη Χίο στην Εθνοσυνέλευση, ενώ στις 27 Απριλίου 1875 απηύθυνε εκ μέρους της Συγκλήτου χαιρετισμό, κατά τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Κοραή που κοσμεί τα προπύλαια του Πανεπιστημίου. O ανδριάντας αυτός –που το πρόπλασμά του το είχε φιλοτεχνήσει ο Ιωάννης Κόσσος, ενώ τον σμίλευσε σε μάρμαρο ο Γεώργιος Βρούτος– αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα έργα νεοελληνικής γλυπτικής.

Δύο διαπρεπείς θεολόγοι, καταγόμενοι από τη Χίο, δίδαξαν διαδοχικά το μάθημα της Εισαγωγής και Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. O πρώτος είναι ο Νικόλαος Δαμαλάς που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1842, από γονείς Χίους. Η οικογένειά του ήταν από τις παλαιότερες του νησιού, καθότι οι ρίζες της ανέρχονται εξακριβωμένα στα τέλη του 16ου αιώνα. Αφού περάτωσε τις θεολογικές σπουδές του στη Γερμανία, επέστρεψε στην Ελλάδα και εξελέγη –μόλις εικοσιπέντε χρονών– Έκτακτος Καθηγητής, το 1868, ενώ μετά μία τετραετία εξελίχθηκε σε Τακτικό. Ακολούθως διετέλεσε τρεις φορές Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής, καθώς και Πρύτανης, κατά το ακαδημαϊκό έτος 1878-1879. Παράλληλα με τη θεολογική συγγραφική δραστηριότητα που ανέπτυξε, επιμελήθηκε την έκδοση των καταλοίπων του Κοραή (1885-1886). Την έδρα της Εισαγωγής και Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης την κατείχε επί μία εικοσαετία μέχρι τον θάνατό του, το 1892. Διάδοχός του στη συγκεκριμένη έδρα υπήρξε ο Εμμανουήλ Ζολώτας, γεννημένος το 1859 στο Θολό Ποτάμι της Χίου. Και αυτός, ωστόσο, πέθανε πρόωρα, το 1919. Πρόλαβε, ωστόσο, να διατελέσει Πρύτανης του Πανεπιστημίου, κατά το ακαδημαϊκό έτος 1910-1911.

Και η Ιατρική Σχολή ευτύχησε να έχει χαρισματικούς δασκάλους προερχόμενους από τη Χίο. O παλαιότερος είναι ο Ιωάννης Βούρος, γιος του εύπορου κτηματία Αντωνίου Βούρου και της Μαριόρας Μαξίμου. Γεννήθηκε το 1808 και μαθήτευσε κοντά στον Νεόφυτο Βάμβα. Μετά τη σφαγή της Χίου, μετέβη αρχικά στην Τεργέστη, ενώ στη συνέχεια σπούδασε Ιατρική στη Βιέννη, το Βερολίνο και αργότερα στο Παρίσι, όπου γνωρίσθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1832 και μετά μία πενταετία διορίσθηκε μεταξύ των πρώτων καθηγητών του αρτισύστατου τότε Πανεπιστημίου Αθηνών, στην έδρα της Ειδικής Νοσολογίας και Κλινικής. Δίδαξε μέχρι το 1848, οπότε παραιτήθηκε για λόγους υγείας. Διετέλεσε δύο φορές Κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής, κατά τα ακαδημαϊκά έτη 1841-1842 και 1845-1846. Συνέβαλε επίσης στην οργάνωση των Υγειονομικών Υπηρεσιών του Κράτους, και της σχετικής υγειονομικής νομοθεσίας, ενώ θεωρείται ο εισηγητής της Ιατρικής Oρολογίας στο Πανεπιστήμιο. Στη Βιβλιοθήκη Χίου «Αδαμάντιος Κοραής» φυλάσσεται σε χειρόγραφη μορφή η πρώτη ελληνική Ειδική Νοσολογία που είχε συντάξει ο Βούρος για τις παραδόσεις που έκανε στο Πανεπιστήμιο. Μετά την παραίτησή του, το 1848, την έδρα της Ειδικής Νοσολογίας την κατέλαβε ο επίσης Χίος Γεώργιος Μακκάς (1818-1905) που είχε σπουδάσει Ιατρική στο Μόναχο, στη Λειψία, στο Παρίσι και στη Βιέννη. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, άσκησε αρχικά το επάγγελμά του στη Σύρο, ενώ στη συνέχεια διορίστηκε Τακτικός Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το 1849. Το 1896, λόγω ασθενείας, απαλλάχθηκε της διδασκαλίας και αναγορεύθηκε Επίτιμος Καθηγητής. Επίσης και ο γιος του Νικόλαος Μακκάς (1847-1935), καθώς και ο εγγονός του Γεώργιος Μακκάς (1877-1946), κατέλαβαν έδρες στην Ιατρική Σχολή: ο πρώτος της Φαρμακολογίας, το 1893, και ο δεύτερος της Παιδιατρικής, το 1929. Τέλος, στο Φυσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου δίδαξε Φαρμακευτική Χημεία ο Χίος Γεώργιος Κρίνος, που είχε αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1872 και στη συνέχεια είχε μεταβεί στη Γερμανία για να συμπληρώσει τις σπουδές του. Το 1881, διορίστηκε Έκτακτος Καθηγητής της Φαρμακευτικής Χημείας και Συνταγολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου δίδαξε για μία δεκαετία, μέχρι το 1891.

 



Αρχή της σελίδας